υποσέλιδος

υποσέλιδος
ος, ο[ν] помеченный внизу страницы (номер типографского листа и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "υποσέλιδος" в других словарях:

  • υποσέλιδος — η, ο, Ν 1. αυτός που βρίσκεται στο κατώτατο μέρος μιας σελίδας («υποσέλιδα σχόλια») 2. το ουδ. ως ουσ. το υποσέλιδο αγγελία ή άλλη, άσχετη προς το κείμενο, δημοσίευση στο κάτω μέρος σελίδας βιβλίου, περιοδικού, εφημερίδας ή άλλου εντύπου. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • υποσελίδιος — α, ο, Ν υποσέλιδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < υποσέλιδος. Η λ. μαρτυρείται από το 1841 στον Αλ. Ρ. Ραγκαβή] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»